Δοξολογία για την Εθνική Εορτή

Εορτασμός Εθνικής Εορτής για την 28η Οκτωβρίου
28 Οκτώβριος 2021
Ακολουθίες Μεγάλης Εβδομάδος 2022
15 Απρίλιος 2022

Την Κυριακή 3 Απριλίου εορτάστηκε με κάθε μεγαλοπρέπεια η Εθνική Εορτή στον Καθεδρικό Ναό Αγίου Νικολάου του Λουξεμβούργου. Πλήθος Ελλήνων με προεξάρχουσα τη νέα πρόεδρο της Ελληνικής Κοινότητας κα Ελένη Φωτινέα, μέλη του νέου Διοικητικού Συμβουλίου και Έλληνες αξιωματικούς που υπηρετούν στην NSPA, μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας τίμησαν την μνήμη της ενάρξεως της εθνικής παλιγγενεσίας.

Η λαμπρή παρουσία του Εξοχωτάτου Πρέσβεως της Ελλάδος στο Λουξεμβούργο κ. Αγγέλου Υψηλάντη με την εμπνευσμένη ομιλία του καθήλωσε το ακροατήριο αλλά έδωσε και μια πολυδιάστατη ερμηνεία τόσο της εορτής όσο και της οδυνηρής πραγματικότητας που βιώνει σήμερα η ανθρωπότητα. Αξίξει να μελετηθεί προσεκτικά από όλους μας η ομιλία αυτή !!

Σεβαστοί πατέρες,

Αξιότιμοι αξιωματικοί των τριών όπλων, εκπρόσωποι των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων,

Αξιότιμη κυρία Πρόεδρε της Ελληνικής Κοινότητος Λουξεμβούργου,

Αγαπητoί συμπατριώτες, 

Πέρυσι τιμήσαμε την 200η επέτειο της Ελληνικής Επαναστάσεως. Η πανδημία δεν μας επέτρεψε να δώσουμε σε αυτήν την επέτειο την λαμπρότητα που της ήρμοζε. Οι επέτειοι, στην ιστορία ενός λαού, είναι σαν τις σημαδούρες:  σηματοδοτούν την πορεία ενός έθνους στον ιστορικό χρόνο και βιώνονται ως γεγονότα-κομμάτι της ζωής ενός λαού. Δεν είναι, όμως, απλώς γεγονότα, δεν είναι απλώς κομμάτι του παρελθόντος. Είναι τα συστατικά στοιχεία που δημιούργησαν τις συνθήκες, ώστε να γίνουμε αυτό που είμαστε- και όχι κάτι άλλο. Είναι κομμάτι του εαυτού μας, είναι εμπειρίες αποθηκευμένες μέσα μας και έτσι θα πρέπει να τα ζούμε. 

Με την ευκαιρία, λοιπόν, αυτής της επετείου, προγραμματίστηκαν πλείστες όσες εκδηλώσεις για το ευρύ κοινό. «Τηλεοπτικοί αστέρες», αλλά και καθηγητές Πανεπιστημίων εμφανίστηκαν και πρωταγωνίστησαν σε τηλεοπτικές ιστορικές σειρές. Ανεξαρτήτως προθέσεων των οργανωτών, οι σειρές αυτές παρουσίασαν ανατρεπτικές απόψεις- κάποτε και με έντονες ιδεοληψίες. Ο διακηρυγμένος σκοπός των παρουσιάσεων ήταν η κριτική προσέγγιση της ιστορικής αλήθειας, η οποία θα οδηγούσε σε μια ορθολογική εκτίμηση του παρελθόντος. Δυστυχώς, το αποτέλεσμα ήταν μια εκτεταμένη σύγχυση, καθώς η “αντικειμενική” θεώρηση, αφ’ενός, αμφισβήτησε εμπεδωμένες γνώσεις και αντιλήψεις, αφ’ετέρου, ήγειρε αντιθέσεις και διχόνοιες ανάμεσα στους αποδέκτες. 

Κοινό σημείο σε όλες αυτές τις τηλεοπτικές αναλύσεις, καθώς και σε ποικίλες όσες εκδόσεις ήταν η αμφισβήτηση της ιστορικής συνέχειας του Ελληνισμού.

Επιτρέψτε μου, σήμερα, να υπενθυμίσω εδώ κάτι που πολλοί λησμονούν: στην Επανάσταση του 1821, προσέτρεξαν Έλληνες από όλες τις κοινωνικές βαθμίδες, από όλα τα μέρη του ελληνικού κόσμου και συγκεντρώθηκαν επί τω αυτώ, με ένα κοινό μέτρο, με έναν κοινό σκοπό: την απελευθέρωση του Γένους. Την πλήρη τάξη αυτού του κοινού σκοπού, ούτε θίγει, ούτε μειώνει η αταξία του συμπτώματος, του επεισοδίου. 

Οι Έλληνες δεν έγιναν “έθνος” τον 18ο αιώνα ή και αργότερα. Εμφανίζονται με όλα τα αντικειμενικά γνωρίσματα μιας εθνότητας και, επί πλέον, με συνείδηση εθνικής ταυτότητας, από την αυγή των ιστορικών χρόνων. Ο ιστορικός Νικόλαος Σβορώνος, γράφει σχετικά: 

«Θεωρῶ τὴν πολιτισμικὴ συνέχεια τοῦ ἑλληνισμοῦ ὡς ἕνα δυναμικὸ φαινόμενο μὲ διαφορετικὲς φάσεις. Δὲν πιστεύω βέβαια στὴ φυλετικὴ συνέχεια. Δὲν κάνω ζωολογία, κάνω ἱστορία. Δὲν ξέρω τί εἶναι ἀνθρωπολογικὰ ἡ ἑλληνικὴ φυλὴ ἢ ὁ ἑλληνικὸς λαὸς ἢ τὸ ἑλληνικὸ ἔθνος. Εἶναι ἀνακατεμένα, ὅπως συμβαίνει μὲ ὅλους τους ἱστορικοὺς λαοὺς τοῦ κόσμου. Γιὰ τὸ ὅτι ὑπάρχει, ὅμως, ἀπὸ παλιά, πολὺ παλιά, ἕνας ἑλληνικὸς λαὸς ποὺ ἔχει συνείδηση τῆς ἑνότητάς του καὶ τῆς διαφορᾶς ἀπὸ τοὺς ἄλλους λαούς, καὶ ἔχει συνείδηση τῆς ἰδιαιτερότητάς του καὶ τῆς πολιτισμικῆς του συνέχειας, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία…».

Στο ίδιο πνεύμα, ο πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος, ο Ιωάννης Καποδίστριας,θεωρεί ότι «τό λληνικόν θνος σύγκειται κ τν νθρώπων, οτινες, πό λώσεως τς Κωνσταντινουπόλεως, δέν παυσαν μολογοντες τήν ρθόδοξον πίστιν καί τήν γλσσαν τν πατέρων ατν λαλοντες, καί διέμειναν πό τήν πνευματικήν κοσμικήν δικαιοδοσίαν τς κκλησίας των, που ποτέ τς Τουρκίας και ν κατοικσι…»

Ερωτήματα για τη ιστορική αυτή συνέχεια δεν ετέθησαν ποτέ από τον απλό λαό. Ετέθησαν, κυρίως, από ξένους (όπως ο Falmerayer), από κάποιους Έλληνες ιστορικούς και εθνολόγους καθώς επίσης και από ελάχιστους σύγχρονους “τηλεαστέρες” και τηλεοπτικούς “ιστορικούς”. Τα κριτήρια, όμως,  με τα οποία ετέθησαν τα ερωτήματα αυτά ήσαν παντελώς ξένα προς την ελληνική αντίληψη της συνέχειας. Για τον Έλληνα η συνέχεια δεν ήταν πιστοποιητικό που θα απεδείκνυε το pedigree του. Ήταν βίωμα, μέσα από την γλώσσα και την παράδοση. Η ιστορία, στην καθ’ ημάς Ανατολή, βιώνεται καθημερινά, είναι ένα συνεχές δρώμενο, ένα διαρκώς εξελισσόμενο κομμάτι της ζωής.

Όταν οι Έλληνες μιλούσαν για τους εαυτούς των, το καθοριστικό στοιχείο ήταν πάντοτε το πολιτιστικό, η κοινή λαλιά, η πίστη και η παράδοση. Στον ελληνικό κόσμο η έννοια “έθνος” δεν είχε ποτέ τον περιοριστικό, δογματικό ορισμό τον οποίο απέκτησε στη Δύση. Η ετυμολογία της λέξεως, εξ άλλου, δεν παραπέμπει σε κανένα φυλετικό προσδιορισμό. Δηλώνει απλώς μια ομάδα. Ο Ευριπίδης μιλά για “πανδάκρυτα ἀφαμέρων ἒθνη” για τους ανθρώπους δηλαδή, τους εφήμερους θνητούς που είναι άξιοι δακρύων. Στην Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή, η λέξη “έθνος” δηλώνει μία επαρχία και τον πληθυσμό της. Η λέξη συγγενεύει γλωσσικά με το έθος, την παράδοση, το έθιμο. Αυτά είναι που συνδέουν τους ανθρώπους μεταξύ τους: Η κοινή του βίου θεώρηση, ο κοινός τρόπος του βίου. Όχι η αιματολογική συγγένεια. 

Η θεωρία που θέλει τους λαούς, τα έθνη, να ξεχωρίζουν σύμφωνα με βιολογικά ή άλλα ανάλογα κριτήρια δεν έχει καμία θέση στον ελληνικό τρόπο σκέψης. Οι ταυτότητες των ανθρώπων καθορίζονται με γλωσσικά, πνευματικά, πολιτισμικά, βιωματικά κριτήρια. Αυτά καθορίζουν την ελληνική συνέχεια και η συνέχεια αυτή είναι αδιαμφισβήτητη. 

Την συνέχεια αυτή την αντιλαμβάνεται και ο πιο ταπεινός, αγνός, κάτοικος αυτού του τόπου. Πριν αρκετό καιρό, παρακολουθούσα μια εκπομπή στην ελληνική τηλεόραση, αφιερωμένη σε ένα νησί του Αιγαίου. Οι ντόπιοι ψαράδες έπαιζαν μουσικά τοπικά όργανα και χόρευαν παραδοσιακούς χορούς του νησιού τους, σε μια δε περίπτωση, με αυτοσχέδιους βηματισμούς. Ο αυτοσχεδιασμός αυτός εμπνέεται από το αίσθημα του ανήκειν, την συνέχεια στον χρόνο και στον χώρο, όπως τον περιέγραψε ένας χορευτής:  “την ώρα που χορεύω, φέρω στη μνήμη μου όλους αυτούς που έφυγαν, και αφήνω τον εαυτό μου ελεύθερο και το κορμί μου μόνο του ακολουθεί τα βήματα”. Η έννοια της συνέχειας στον άνθρωπο αυτόν δεν είναι μια θεωρητική προσέγγιση, είναι βίωμα και το εκφράζει, χωρίς θεωρητικές αναλύσεις και φτιασίδια. Το ζει μέχρι το μεδούλι του. 

Όταν ο Λεωνίδας λέει το “Μολών Λαβέ” στις Θερμοπύλες, όταν ο Αισχύλος επαναλαμβάνει την ιαχή “ ἴτε παῖδες Ἑλλήνων”, όταν ο Μέγας Αλέξανδρος εκστρατεύει στην Ασία στο όνομα των Ελλήνων, όταν οι Βυζαντινοί σταυροφορούν εναντίον των όποιων βαρβάρων, τους οποίους αποκαλούν Πέρσες και Αχαιμενίδες (ακόμη και αυτούς τους Τούρκους του 14ου αιώνα), όταν ο Αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Παλαιολόγος αναφωνεί «τὸ δὲ τὴν πόλιν σοι δοῦναι, οὔτ’ ἐμόν ἐστιν οὔτ’ ἄλλου τῶν κατοικούντων ἐν ταύτῃ· κοινῇ γὰρ γνώμῃ πάντες αὐτοπροαιρέτως ἀποθανοῦμεν καὶ οὐ φεισόμεθα τῆς ζωῆς ἡμῶν», όταν, το 1821, οι Έλληνες ξεσηκώνονται με σύνθημα “Ελευθερία ή Θάνατος”, όταν το 1940 λένε “Όχι” στα στρατεύματα του Φασισμού, το πράττουν γιατί έχουν επίγνωση αυτής της ιστορικής συνέχειας.  Θεωρούν τους εαυτούς των συνεχιστές του αγώνα κατά της δεσποτικής βουλημίας της Ασίας, που άρχισε στον Μαραθώνα, στην Σαλαμίνα και στις Θερμοπύλες και που συνεχίστηκε στις επάλξεις της Κωνσταντινούπολης το 1453. 

Ο αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, Θανάσης Χατζής που πολέμησε στο Αλβανικό μέτωπο το 1940 και, στη συνέχεια, εντάχθηκε στο ΕΑΜ έγραφε: “πῆρα μέρος στὴν Ἀντίσταση‧ μὲ τὸν τρόπο μου πολέμησα κι ἐγὼ τὸν Δάτι καὶ τὸν Ἀρταφέρνη…”. 

Είναι αυτή η ακραιφνής προσήλωση στην ελευθερία, παραδειγματικά υπηρετούμενη από τους απλούς ανθρώπους, αλλά και από τους διανοουμένους, από τους αγωνιστές του 1821, αλλά και από τα υπολείμματα της Βυζαντινής αριστοκρατίας στην Πόλη, στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, στην Ρωσία και στα κέντρα πολιτισμού και διανόησης της Εσπερίας. Η διαχρονική αυτή προσήλωση αποτελεί το αδιαφιλονίκητο και αδιάψευστο στοιχείο μιας ελληνικής συνέχειας. Αυτός ο λαός που γιορτάζει το Όχι του 40 είναι ο ίδιος που πολέμησε στον Μαραθώνα, που έψαλε νικητήρια τροπάρια στην Υπέρμαχο Στρατηγό μέσα στην Αγία Σοφία και τα επαναλαμβάνει κάθε χαιρετιστήρια Παρασκευή, αυτός που θυσιάστηκε στο Σούλι και στο Μεσολόγγι, στο Αρκάδι και στα Καλάβρυτα. 

Η σχέση λοιπόν των Ελλήνων με την ιστορία είναι μια βιωματική εμπειρία, όχι μια διαλογισμική άσκηση, μία διανοητική επαφή. Είναι μια καθημερινή μαρτυρία. Έτσι εξ άλλου θα πρέπει να νοείται και η επαφή του ανθρώπου με το Θείο, σύμφωνα με την Ορθόδοξη Θεολογία και Παράδοση. Εδώ ας αναρωτηθούμε γιατί, άραγε, μόνον στα ελληνικά λέμε με την ίδια λέξη την ορθότητα της μαρτυρίας και το μαρτύριο για την ορθή πίστη. Η όδευση του αρχαίου ανθρώπου προς την αυτογνωσία (ο Σωκράτης διά στόματος Πλάτωνος, μας λέει “γνῶθι σ’αὐτόν”), η πορεία του Χριστιανού προς την σωτηρία και η αναζήτηση από τον Έλληνα της ελευθερίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Είναι ο τρόπος με τον οποίον ο Έλληνας εκφράζει, σε διαφορετικές ιστορικές εποχές, τον ελληνικό αυτόν τρόπο θεώρησης του βίου του. 

Η μοίρα των Ελλήνων, γράφει ο Βρεταννός Ιστορικός Arnold Toynbee, είναι να έχουν μια σαρκική, άρρηκτη σχέση με το πανάρχαιο παρελθόν τους. Το μέσον δια του οποίου αυτή η σαρκική σχέση πραγματοποιείται είναι η ελληνική γλώσσα, σε όλες τις ιστορικές της μορφές. Με την έλευση του Χριστιανισμού, η χριστιανική σκέψη δεν βρίσκει καλύτερο τρόπο να διατυπωθεί και να διαδοθεί παρά μέσω της ελληνικής γλώσσας. Και η σημερινή μορφή της είναι η ιστορική, αδιάλειπτη συνέχεια της γλώσσας του Ομήρου, των Αττικών συγγραφέων, των Ελληνιστικών χρόνων, της μεταφράσεως των Εβδομήκοντα, των πατέρων της Εκκλησίας, του Βυζαντινού μέλους και των ύμνων της Ορθόδοξης Εκκλησίας, της λαϊκής επικής παραδόσεως. 

Για την ελληνική γλώσσα, ο Γάλλος Ελληνιστής και ομότιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της Σορβόνης, ο Henri Tonnet, στο βιβλίο του “Histoire du grec moderne”, αναφέρει ότι “… η νέα ελληνική δεν είναι μία νέα γλώσσα που προέρχεται από τα Αρχαία Ελληνικά (με τον τρόπο που τα Γαλλικά, τα Ισπανικά, τα Ιταλικά, τα Πορτογαλικά προέρχονται από τα Λατινικά). Η σημερινή γλώσσα των Ελλήνων είναι η σύγχρονη μορφή μίας γλώσσας, των Αρχαίων Ελληνικών, που δεν είναι μία νεκρή γλώσσα…”.

Η σχέση του Έλληνα με την ιστορία του, την παράδοσή του και, κυρίως, με τη γλώσσα του ήταν μια σχέση ερωτική. Όπως και η σχέση του με το Θείο είναι σχέση ερωτική. Η γλώσσα, εφόδιο ανεκτίμητης πνευματικής κληρονομιάς και υπεροχής, η ελληνική γλώσσα, στη διαχρονικότητά της, χρίζει Έλληνες τους πιστούς υπηρέτες της, απ΄ όπου και αν προέρχονται. 

Είναι λοιπόν αυτή η γλώσσα, η παρακαταθήκη της συνέχειάς μας. Ο Εθνικός μας ποιητής, ο Διονύσιος Σολωμός, προχωρεί περισσότερο: “Μήγαρις ἔχω ἄλλο στό νοῦ μου, πάρεξ ἐλευθερία καί γλῶσσα”. Αυτό και μόνον αρκεί για να συνδέει τους Έλληνες με την αδιόρατη και αδιάλειπτη αυτή ελληνική πραγματικότητα η οποία, όπως με κατάνυξη λέει και ο άλλος μεγάλος εθνικός ποιητής μας, ο Γιώργος Σεφέρης, “κάθεται στά γόνατα τῆς Παναγιᾶς”

Θα ήταν, από πλευράς μου, τουλάχιστον άτοπον να μην ανφερθώ στην τρέχουσα επικαιρότητα. 

Σε δύσκολες περιόδους, όπως αυτή που ζούμε τώρα, συνηθίζω να καταφεύγω στα κλασικά και πάντοντε επίκαιρα κείμενα. Εκεί βρίσκω απαντήσεις στα ερωτήματα και στα διλήμματα που θέτουν οι καιροί μας. Καταφεύγω λοιπόν στους αρχαίους Έλληνες συγγραφείς, στα κείμενα της Βίβλου, στους πατέρες της Εκκλησίας.

Αυτόν τον καιρό λοιπόν, ξαναδιαβάζω τον Θουκυδίδη, τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, στην εξαιρετική έκδοση με ερμηνεία και σχολιασμό του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Αν λοιπόν κανείς, βάλει στο στόμα των Αθηναίων, αυτά που λένε οι Ρώσοι σήμερα και στο στόμα των Μηλίων αυτά που λένε οι Ουκρανοί, θα διαπιστώσει ότι ο κόσμος δεν έχει αλλάξει και πολύ έκτοτε. 

Η Ουκρανία, σήμερα, ζει ό,τι έζησε η Ελλάδα το 1940: μία μικρή δύναμη που υφίσταται την επίθεση μίας Υπερδύναμης η οποία διαθέτει υπεροπλία και η οποία απειλεί ολόκληρη την Ευρώπη με όλεθρο. Η ανθρώπινη ιστορία προσφέρει, εν αφθονία, τέτοια επεισόδια. 

Αυτά τα επεισόδια μας βοηθούν να χαράξουμε το σύνορο ανάμεσα στον σύγχρονο ολοκληρωτισμό, τον σύγχρονο απολυταρχισμό και εκείνον τον «άλλο τρόπο ζωής» που δυσκολεύεται να τον προσδιορίσει κανείς. Εκείνον τον «τρόπο ζωής», με τα προβλήματά του, τις ατέλειές του, τα πάθη του, τις δυσπλασίες του. Εκείνον τον «τρόπο ζωής» που αποδείχθηκε ότι είναι ο μόνος βιώσιμος για τους λαούς, για την δημοκρατία μας. 

Αυτόν τον «τρόπο ζωής» τον απειλεί σήμερα ο κάθε είδους θρησκευτικός φανατισμός και φονταμενταλισμός, ο κάθε είδους απολυταρχισμός και ολοκληρωτισμός. Αυτόν τον «τρόπο ζωής» τον οποίον οι Έλληνες υπερασπίζονται από την μάχη του Μαραθώνα και εντεύθεν, χαράσοντας έτσι τα σύνορα της ελευθερίας απέναντι στην δεσποτεία της Ανατολής (“le despotisme oriental” κατά τον Montesquieu). 

Εύχομαι και ελπίζω ότι, εν τέλει, ο μικρός Δαυΐδ θα νικήσει τον ισχυρό Γολιάθ. Με πολύ μεγάλο βεβαίως τίμημα, το οποίο καλούνται να καταβάλουν τα αθώα θύματα, οι Ουκρανοί πρόσφυγες που εγκαταλείπουν τις εστίες τους, αναζητώντας καταφύγιο στην υπόλοιπη Ευρώπη. Και τούτο, για να επιβαιωθούν, για μια ακόμη φορά, τα λεχθέντα υπό του Προφήτου Ιερεμίου:

…τάδε λέγει Κύριος· μὴ καυχάσθω ὁ σοφὸς ἐν τῇ σοφίᾳ αὐτοῦ, καὶ μὴ καυχάσθω ὁ ἰσχυρὸς ἐν τῇ ἰσχύϊ αὐτοῦ, καὶ μὴ καυχάσθω ὁ πλούσιος ἐν τῷ πλούτῳ αὐτοῦ, ἀλλά ἢ ἐν τούτῳ καυχάσθω ὁ καυχώμενος, συνίειν καὶ γινώσκειν ὅτι ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ ποιῶν ἔλεος καὶ κρίμα καὶ δικαιοσύνην ἐπὶ τῆς γῆς, ὅτι ἐν τούτοις τὸ θέλημά μου. Τάδε λέγει Κύριος…”.

Ἰερεμίας, Κεφάλαιο 9. 

ΑΓΓΕΛΟΣ ΥΨΗΛΑΝΤΗΣ

Πρέσβυς της Ελλάδος στο Λουξεμβούργο

X