Iστορία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως

Το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως είναι η Πρωτόθρονη Εκκλησία της Ορθοδοξίας και η ίδρυσή του χρονολογείται από τους χρόνους της Πεντηκοστής και τις πρώτες χριστιανικές κοινότητες.

Κατά την παράδοση, ο Άγιος Απόστολος Ανδρέας εκήρυξε το Μήνυμα του Ευαγγελίου στη Μικρά Ασία και ιδιαιτέρως στις περιοχές του Ευξείνου Πόντου, της Θράκης και της Αχαΐας, όπου και υπέστη μαρτυρικό θάνατο. Η ιεραποστολική περιοδεία του άρχισε από τη Σινώπη, πόλη που βρίσκεται κοντά στη Μαύρη Θάλασσα, όπου χειροτόνησε το Φιλόλογο ως Επίσκοπο. Το έτος 36 μ.Χ., ο Απόστολος Ανδρέας ίδρυσε εκκλησία στα παράλια του Βοσπόρου, στην πόλη Βυζάντιον, την Κωνσταντινούπολη, γνωστή σήμερα ως Ισταμπούλ. Ο Απόστολος Ανδρέας είναι ο Προστάτης Άγιος του Οικουμενικού Πατριαρχείου και η μνήμη του εορτάζεται πανηγυρικά στις 30 Νοεμβρίου.

Μετά τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε δυτική και ανατολική, ο Μέγας Κωνσταντίνος μετέφερε την πρωτεύουσα, το έτος 330, στη μικρή πόλη του Βυζαντίου, την οποία μετωνόμασε σε Κωνσταντινούπολη και η οποία στη συνέχεια έγινε η πρωτεύουσα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Κατά την περίοδο αυτή η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως έγινε Αρχιεπισκοπή, στη συνέχεια Πατριαρχείο και, τέλος, Οικουμενικό Πατριαρχείο. Τον 4ο αιώνα η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως είχε στη δικαιοδοσία της τις χριστιανικές κοινότητες της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Θράκης.

Όταν η Κωνσταντινούπολη άρχισε να έχει μεγάλη πολιτική και πολιτιστική σημασία, αυξήθηκε και το κύρος της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Κατά την Οικουμενική Σύνοδο του 381 εδόθη στην Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως ο τίτλος του Πατριαρχείου και είχε τη δεύτερη θέση, μετά την Εκκλησία της Ρώμης. Κατά την Δ´ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος (451) η δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως επεκτείνεται και στις βαρβαρικές περιοχές, το οποίον εσήμαινε τις χριστιανικές κοινότητες της Διασποράς, δηλαδή εκτός των συνόρων της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και των άλλων Αυτοκέφαλων Εκκλησιών. Έτσι του εδόθη ο τίτλος Οικουμενικόν Πατριαρχείον. Ο τίτλος Οικουμενικόν Πατριαρχείον είναι προνόμιο και ανήκει ιστορικώς και κανονικώς στο Θρόνο της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Επί πλέον καθιερώθηκε ότι η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως δεν ήταν πια δεύτερη στην ιεραρχία μετά τη Ρώμη, αλλά – ως Νέα Ρώμη – απολάμβανε τα ίδια πρεσβεία τιμής με την Παλαιά Ρώμη.

Από την εποχή των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου, δύο Ελλήνων αδελφών από τη Θεσσαλονίκη, τον 9ο αιώνα μ.Χ., όταν άρχισε ο εκχριστιανισμός των Σλάβων, η δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου επεκτείνετο από την Αδριατική θάλασσα έως και τον ποταμό Νέστο και την περιοχή μεταξύ του Δούναβη και της οροσειράς της Ροδόπης. Οι Κύριλλος και Μεθόδιος απεστάλησαν από το Οικουμενικό Πατριαρχείο – κατόπιν αιτήματος του Βασιλέως της Μοραβίας Ροστισλάβου – και ήταν οι πρώτοι οι οποίοι χρησιμοποίησαν κατά τη διδασκαλία και το κήρυγμά τους την σλαβωνική γλώσσα. Μετέφρασαν μάλιστα τη Θεία Λειτουργία καθώς επίσης και τη Βίβλο στην σλαβωνική γλώσσα, η οποία εχρησιμοποιείτο κατά τη Θεία Λειτουργία. Για την καλύτερη απόδοση του ήχου της σλαβωνικής γλώσσας ήταν απαραίτητο να δημιουργηθεί νέο αλφάβητο, το οποίο έμεινε γνωστό ως κυριλλικό αλφάβητο από το όνομα του δημιουργού του, που ήταν ο Άγιος Κύριλλος του Κιέβου.

Το έτος 988 μ.Χ. ο Πρίγκηπας Βλαδίμηρος βαπτίσθηκε ορθόδοξος χριστιανός και στη συνέχεια ολόκληρος ο λαός του ασπάστηκε την ορθοδοξία. Τα επόμενα τριάντα χρόνια ιδρύθηκαν, στο Κίεβο και μόνο, τετρακόσιες Εκκλησίες. Για το σκοπό αυτό προσκλήθηκαν τεχνίτες από την Κωνσταντινούπολη και με την ευκαιρία αυτή εδίδαξαν την τέχνη των εικόνων σε τοπικούς τεχνίτες για την ορθόδοξη λατρεία. Μετά το θάνατο του Βλαδιμήρου, το 1015, όλη η χώρα ήταν ορθόδοξη. Ο Πρίγκιπας Βλαδίμηρος ήταν εγγονός της Πριγκίπισσας Όλγας, η οποία ήδη είχε βαπτισθεί στην Κωνσταντινούπολη. Ως Βασιλεύς ο Βλαδίμηρος εδέχθη επισκέψεις διπλωματών Ανατολής και Δύσης, οι οποίοι παρατήρησαν ότι οι Ρώσοι ήταν βάρβαροι στους τρόπους τους και είχαν προκαταλήψεις. Οι Ρωμαιοκαθολικοί, οι Ορθόδοξοι, οι Ιουδαίοι και οι Μουσουλμάνοι υποστήριζαν την ανωτερότητα της ιδικής του θρησκείας ο καθένας, φθάνοντας σε διαμάχες μεταξύ τους. Το 986 ο Βλαδίμηρος έθεσε το θέμα της επιλογής θρησκείας σε επιτροπή ευγενών της χώρας του. Αυτοί απάντησαν ότι δεν θα μπορούσαν να πληροφορηθούν τα σχετικά με κάθε θρησκεία παρά μόνον εάν έστελναν αντιπροσωπεία στις διάφορες χώρες για να εκτιμήσουν ιδίοις όμμασιν τα πράγματα εκάστης θρησκείας. Αυτό και αποφασίστηκε.

Η επίσκεψη στη Δύση δεν απέδωσε ιδιαίτερους καρπούς, ενώ η επίσκεψη στην Κωνσταντινούπολη είχε θετικότατο απολογισμό. Η Πόλη τότε ήταν στο απόγειο της δόξας της και δεν υπήρχε στον κόσμο οικοδόμημα που να μπορεί να ανταγωνισθεί την Εκκλησία της του Θεού Σοφίας. Η Αγία και Μεγάλη του Χριστού Εκκλησία είχε κτισθεί κατ’ εντολή του Αυτοκράτορα Ιουστινιανού και άφησε αλησμόνητες εντυπώσεις. Οι απεσταλμένοι του Πρίγκιπα Βλαδιμήρου οδηγήθηκαν στη μεγάλη Εκκλησία την ώρα που τελείτο μεγάλη εορτή. Είδαν τις λιτανείες σε πομπή να διέρχονται από όλη την Εκκλησία, τον Οικουμενικό Πατριάρχη με τα άμφιά του συμπαραστατούμενο από πολλούς ιερείς, διακόνους, υποδιακόνους με τα θυμιατά τους, είδαν τις ακτίνες του ήλιου να εισχωρούν από τον τρούλλο και να ανακατεύονται με το θυμίαμα, καλύπτοντας όλον τον χώρο της εκκλησίας, άκουγαν τις επιβλητικές μελωδίες της Εορτής από τις άριστες χορωδίες της Αυτοκρατορίας. Ο ναός ήταν γεμάτος από πλήθος πιστών οι οποίοι, γονατιστοί, προσπαθούσαν να αγγίξουν τα άμφια των λειτουργών ενώ το «Κύριε ελέησον» αντηχούσε με κατανυκτική μεγαλοπρέπεια. Έμοιαζε με αγγελική πομπή να κάνει την εμφάνισή της κατά τη διάρκεια του Χερουβικού Ύμνου.

Όταν η αντιπροσωπεία επέστρεψε στον Πρίγκιπα Βλαδίμηρο, του μίλησαν με τα εξής λόγια που αναφέρονται συχνά: «Δὲν γνωρίζαμε ἐὰν εἴμαστε εἰς τὸν οὐρανὸν ἤ εἰς τὴν γῆν. Δὲν δυνάμεθα νὰ περιγράψωμεν αὐτὸ τὸ ὁποῖον ἐβιώσαμε. Πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι παρὼν ἐκεῖ καὶ εἰς οὐδεμίαν ἄλλην θρησκείαν. Ἀδύνατον νὰ τὸ λησμονήσουμε: ὅποιος ἐδοκίμασε τὴν γλυκύτητα δὲν θέλει πλέον νὰ δοκιμάσῃ τὴν πικρίαν. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ παραμείνομεν ἄλλο εἰς τὴν εἰδωλολατρίαν». Και πρόσθεσαν: «Ἐὰν ἡ θρησκεία τῶν Ἑλλήνων δὲν ἦτο ἡ καλυτέρα, τότε ἡ γιαγιά σας, ἡ πλέον εὐφυὴς γυνή, δὲν θὰ ἐβαπτίζετο ὀρθοδόξως». Το επιχείρημα τούτο έδιωξε κάθε αμφιβολία από το Βλαδίμηρο, ο οποίος, αντί για άλλη απάντηση, έθεσε απλώς το ερώτημα: «Πού θα βαπτισθούμε»; Το Οικουμενικό Πατριαρχείο επεξέτεινε ευρέως τη δικαιοδοσία του με την ευκαιρία αυτή.

Το έτος 1054 μεγάλες εντάσεις μεταξύ των χριστιανών οδήγησαν στο μεγάλο Σχίσμα Ανατολής και Δύσης. Κατά την Οθωμανική περίοδο ο Οικουμενικός Πατριάρχης ετέθη ως κορυφή όλων των ορθοδόξων χριστιανών εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ωστόσο, το ποίμνιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου μειώθηκε σημαντικά μετά την μικρασιατική καταστροφή του 1922, με τον άγριο διωγμό των ορθοδόξων Ελλήνων της Μικράς Ασίας και την υποχρεωτική μετανάστευσή τους σε Ευρώπη, Αμερική, Αυστραλία, όπου και ιδρύθηκαν νέες εκκλησιαστικές κοινότητες. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης έχει το πρωτείον τιμής, εν πνεύματι αγάπης, μεταξύ των Προκαθημένων των αρχαίων Πατριαρχείων: Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, και των νέων Πατριαρχείων: Μόσχας, Σερβίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας και Γεωργίας, καθώς επίσης των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών: Κύπρου, Ελλάδος, Πολωνίας, Αλβανίας, Τσεχίας και Σλοβακίας και Ουκρανίας και τέλος των Αυτονόμων Εκκλησιών: Φινλανδίας και Εσθονίας. Επίσης έχει την ιστορική και εκκλησιαστική ευθύνη για το συντονισμό και την προώθηση των δραστηριοτήτων μεταξύ των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Στην υπηρεσία της Ενότητας των Ορθοδόξων Εκκλησιών, είναι ο υπεύθυνος για την σύγκληση Πανορθοδόξων Συνόδων και για τη στήριξη του Διαχριστιανικού και Διαθρησκειακού Διαλόγου. Πέρα από όρια εθνικά, ο Οικουμενικός Πατριάρχης είναι ο πνευματικός ηγέτης περισσοτέρων από τριακόσια εκατομμύρια ορθοδόξων χριστιανών ανά τον κόσμο.

ΑΥΤΟΚΕΦΑΛΙΑ ΚΑΙ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΑ

Η ανακήρυξη πατριαρχείων διέπεται από δύο αρχές: το αποστολικόν της έδρας, αφενός, και την ανάγκη εγκαθιδρύσεως Εκκλησίας σε συγκεκριμένες περιστάσεις, αφετέρου. Από την Α΄Οικουμενική Σύνοδο που πραγματοποιήθηκε στη Νίκαια, το 325, εμφανίζεται για πρώτη φορά το πραγματικό καθεστώς των Πατριαρχείων. Η Α´ Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας αναγνώρισε το καθεστώς τριών αποστολικών εδρών (κατά σειράν: Ρώμης, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας). Η Β´ Οικουμενική Σύνοδος, που πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 381, επιβεβαίωσε το καθεστώς αυτό και έθεσε την Κωνσταντινούπολη σε δεύτερη κατά σειρά θέση. Η σύντομη 3η διάταξη της Β´ Οικουμενικής Συνόδου αναφέρει με σαφήνεια: «Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως δέον ὅπως ἔχῃ τὴν δευτέραν τιμητικὴν θέσιν μετὰ τὸν Ἐπίσκοπον Ρώμης, διότι ἡ Κωνσταντινούπολις εἶναι ἡ Νέα Ρώμη»  (κατόπιν της μεταφοράς του κέντρου της Αυτοκρατορίας που είχε πραγματοποιηθεί 50 έτη ενωρίτερα). Η απόφαση αυτή επιβεβαιώθηκε από την Δ´ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνος (453) και, ειδικότερα, από τον 28ο κανόνα, διά της επεκτάσεως του θεσμού των Πατριαρχείων, (κατά σειράν: Ρώμης, Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων). Τούτο ονομάζεται θεσμός της Πενταρχίας των Πατριαρχείων. Μετά το Σχίσμα του 1054 τα προνόμια της Κωνσταντινουπόλεως (της Νέας Ρώμης) – που εγκρίθηκαν από δύο Οικουμενικές Συνόδους – η Αρχιεπισκοπή Κωνσταντινουπόλεως κατέστη Οικουμενικό Πατριαρχείο  και ως εκ τούτου ο Οικουμενικός Πατριάρχης  κατέστη πρώτος μεταξύ ίσων, «primus inter pares», των ορθοδόξων Επισκόπων. Ο εκχριστιανισμός των Σλάβων και αργότερα η συγκρότηση νέων κρατών (Ρωσίας, Ρουμανίας, Βουλγαρίας, κ.λπ.) είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία περισσοτέρων εθνικών Εκκλησιών, οι οποίες έλαβαν την Αυτοκεφαλία από την Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Με τον τρόπον αυτό, το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει το προνόμιο της πρωτοβουλίας και της Πρωτοθρόνου Εκκλησίας.

Η ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΔΙΑΣΠΟΡΑ

Η σύγχρονη Ορθόδοξη Διασπορά χαρακτηρίζεται από νέα φαινόμενα, ιδιαίτερα και πολύπλοκα. Συνδέεται με ορισμένα γεγονότα, τα οποία δεν προκλήθηκαν από την  Εκκλησία. Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν μία νέα κατάσταση. Η Ορθόδοξη Διασπορά παραμένει σε κατάσταση προσωρινή και έκτακτη. Εξωτερικά, δίνει την εντύπωση ότι η ορθοδοξία είναι διαιρεμένη, με περισσότερες από μία δικαιοδοσίες, επισκοπές και επισκόπους στον ίδιο γεωγραφικό τόπο: με ποικιλία και περισσότερες δικαιοδοσίες, εξαρχίες και ενορίες (…). Η ύπαρξη περισσότερων δικαιοδοσιών είναι το πρόβλημα της Ορθόδοξης Διασποράς [1]. Πράγματι η κατάσταση αυτή προέκυψε εξαιτίας πολλών γεγονότων, όπως η αναγκαστική και τραγική μετανάστευση η οποία έγινε χωρίς προετοιμασία. Όπως γνωρίζουμε, όλα τα γνωστά παλαιόθεν Πατριαρχεία της Ανατολής, καθώς επίσης και τα νεότερα Πατριαρχεία και οι Αυτοκέφαλες Εκκλησίες έχουν καθορισμένη γεωγραφική έκταση της κανονικής δικαιοδοσίας τους, η οποία δεν δύναται να επεκταθεί μονομερώς, χωρίς τα αναγκαία κανονικά ερείσματα. Αυτή η περιγραφή αναφέρεται και στον τίτλο των Εκκλησιών και των Προκαθημένων τους: όπως, «Πατριαρχεῖον Μόσχας καὶ πάσης Ρωσσίας»,  ή Σερβίας, Ρουμανίας κ.λπ. .  Υπό το πρίσμα των ανωτέρω στοιχείων, διαπιστώνουμε ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο είναι το πρώτο το οποίο θέτει το πρόβλημα της Διασποράς και επιθυμεί κανονική λύση. Είναι ήδη θεσμοθετημένο ότι οιαδήποτε γεωγραφική περιοχή, εκτός των ορίων μιας δικαιοδοσίας, υπάγεται στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο έχει κανονική δικαιοδοσία εκτός των υφισταμένων συνόρων. Εφ᾽ όσον τα γεωγραφικά σύνορα της δικαιοδοσίας των άλλων Πατριαρχείων και Αυτοκεφάλων Εκκλησιών είναι καθορισμένα επακριβώς από τους Ιερούς Κανόνες και από τον Πατριαρχικό Τόμο της ανακηρύξεως της καθορισμένης αυτής εκκλησιαστικής αρχής, η οποία έχει και την πνευματική αυτή ευθύνη, οποιεσδήποτε άλλες περιοχές, εκτός των εκκλησιαστικών τους συνόρων, αποτελούν την Διασπορά.

Τα καθορισμένα ήδη γεωγραφικά όρια δεν δύνανται να μεταβληθούν, ούτε να αυξηθούν, ούτε να σμικρυνθούν, παρά μόνο με νέα απόφαση του οργάνου λήψεως αποφάσεων ή άλλου αρμοδίου οργάνου της Ορθοδόξου Εκκλησίας, το οποίο είναι ίσον ή ανώτερον εκείνου που τα καθιέρωσε. Όσον αφορά τα γεωγραφικά σύνορα τα οποία καθορίσθηκαν με απόφαση Οικουμενικής Συνόδου, δεν δύνανται να μεταβληθούν παρά μόνον από νέα Οικουμενική Σύνοδο. Τα υπόλοιπα γεωγραφικά σύνορα, τα οποία καθορίστηκαν από τον Οικουμενικό Θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως, δια Πατριαρχικού Τόμου της ανακηρύξεως της Αυτοκεφαλίας των αντιστοίχων Εκκλησιών, δεν δύνανται να μεταβληθούν παρά μόνον μὲ απόφασιν αναλόγου οργάνου ή ανωτέρου τοῦ προηγουμένου [2]. Με βάση τον 28ον Κανόνα της Δ´ Οικουμενικής  Συνόδου της Χαλκηδόνος [3] και μετά την ερμηνεία των «Περιοχῶν τῶν Βαρβάρων[4]» ως καθαρώς γεωγραφικού δεδομένου, το δικαίωμα της διοικητικής δικαιοδοσίας υπερβάσεως των γεωγραφικών συνόρων ανήκει μόνον εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον [5].

Η βάση της εκκλησιαστικής οντότητας δεν είναι η Αυτοκεφαλία, αλλά τα γεωγραφικά σύνορα εντός των οποίων μόνον ένας Επίσκοπος εις ένα τόπο εκπροσωπεί την μίαν ενιαίαν Εκκλησίαν. Μία Εκκλησία η οποία διά της παρουσίας και κοινωνίας της αποκαλύπτει τον νέον λαόν του Θεού, και όπου δεν υπάρχει ούτε Έλλην, ούτε Ιουδαίος αλλά μία νέα εν Χριστώ δημιουργία [6].

Ως εκ τούτου, αναφορικά με την διοικητική δομή της Ορθοδόξου Εκκλησίας εν τη Διασπορά, ο 28ος Κανών της Δ´ Οικουμενικής Συνόδου είναι ο χρυσούς κανών. Αναγνωρίζει το δίκαιον της αναλήψεως πρωτοβουλιών, υπό την προεδρία και υπευθυνότητα της Αγίας Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Μάλιστα, όταν δεν υπήρχε ο 28ος Κανών ή δεν υφίσταντο άλλοι παλαιοί Κανόνες, το γεγονός ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει πρεσβεία τιμής του δίδει το δικαίωμα, κατά τον πατέρα Alexandre Schmemann καθώς και κατ´ άλλους μελετητές, να μεριμνά για τις νέες εκκλησιαστικές οντότητες. Η δικαιοδοσία αυτή δεν εδόθη με σκοπό την ενίσχυση του Οικουμενικού Θρόνου ούτε την αύξηση των δικαιωμάτων ή των προνομίων του, αλλά για την διαφύλαξη της τοπικής ενότητος της εκκλησιαστικής ζωής στη Διασπορά.

Μέσα από αυτό το πρίσμα θα ευρεθεί λύση σε αυτό το πρόβλημα, το οποίο και μελετάται επί του παρόντος σε πανορθόδοξο επίπεδο. Είναι σημαντικό για τους ορθόδοξους πιστούς να γνωρίζουν αυτή την κατάσταση. «Διότι», όπως έλεγε προ ετών ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, «ἐπιθυμοῦμε ἡ Πανορθόδοξος Σύνοδος τὴν ὁποίαν προετοιμάζουμε νὰ μὴν ἀφορᾶ μόνον τοὺς εἰδικούς, τοὺς ἐπισκόπους καὶ θεολόγους, ἀλλὰ ἔκφρασις ἁπασῶν τῶν Ὀρθοδόξων Ἐκκλησιῶν. Πρὸς τοῦτο δέον ὅπως ἀναπτυχθῇ μία συνοδικὴ συνείδησις ἁπάντων τῶν πιστῶν». Από τις 19 έως τις 27 Ιουνίου 2016 πραγματοποιήθηκε στην Κρήτη η αναμενόμενη Αγία και Μεγάλη Πανορθόδοξος Σύνοδος, υπό την προεδρίαν της Αυτού Θειοτάτης Παναγιότητος του Οικουμενικού Πατριάρχου κ.κ. Βαρθολομαίου. Στη Σύνοδο συμμετέσχον οι δέκα από τις δεκατέσσερεις Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες ανά τον κόσμο.

Ανέκαθεν ήταν και εξακολουθεί να είναι πρόθεση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου η ενίσχυση της ενότητας των τριακοσίων εκατομμυρίων ορθοδόξων χριστιανών. Η Σύνοδος αυτή ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, με το πρόβλημα της Ορθοδόξου Διασποράς, επικυρώνοντας ορισμένες ήδη ληφθείσες αποφάσεις, όπως την δημιουργία Επισκοπικών Συνελεύσεων σε δεκατρείς περιοχές της Ορθοδόξου Διασποράς (απόφαση της Δ´ Πανορθοδόξου Προσυνοδικής Διασκέψεως, συνελθούσης εν Σαμπεζύ τον Ιούνιον του 2009). Όλες οι Ορθόδοξες τοπικές Εκκλησίες είχαν εκφράσει ομόφωνα την επιθυμία τους να επιλυθεί το θέμα της Ορθοδόξου Διασποράς το συντομότερο δυνατόν και να οργανωθεί αυτή σύμφωνα με την κανονική εκκλησιολογική τάξη και πρακτική παράδοση. Αλλά, επειδή τούτο δεν ήταν δυνατόν να εφαρμοσθεί αμέσως με την αυστηρή έννοια του όρου, αποφασίσθηκε να ορισθεί μεταβατική περίοδος για την επίλυση του θέματος αυτού σε αυστηρώς κανονική βάση. Η πρόθεση είναι να υπάρχει σεβασμός της κανονικότητας, σύμφωνα προς την οποίαν ένας μόνον επίσκοπος έχει την ποιμαντική ευθύνη για όλους τους ορθοδόξους χριστιανούς μιας καθορισμένης γεωγραφικής περιοχής. Δεν έχει ακόμη δοθεί λύση για το θέμα της Διασποράς. Για την επίτευξη λύσης χρειάζεται ακόμα χρόνος.

==================================================

[1] Συμβολὴ τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου εἰς τὸ Ἄρθρον τοῦ Μητροπολίτου Ἑλβετίας κ. Δαμασκηνοῦ σχετικῶς μὲ τὴν Ὀρθόδοξον Διασποράν σελ. 2, Διορθόδοξος προπαρασκευαστικὴ Ἐπιτροπή, 1990, Chambésy-Genève.

[2] Ibid., pp6-7  Έ. Α. σσ. 6-7

[3] L’Archevêque de Constantinople a par celle-ci le droit d’ordonner des Métropolites du Pont, d’Asie et de Thrace, les convoquer pour un Synode ou juger dans des différents et par cela aussi le droit d’ordonner des évêques dans les régions barbares.

Ο Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως έχει βάσει αυτής το δικαίωμα να χειροτονεί Μητροπολίτες του Πόντου, της Ασίας και της Θράκης, να τους συγκαλεί σε Σύνοδο ή να αποφαίνεται επί διαφορών και, ως εκ τούτου, δικαίωμα επίσης να χειροτονεί επισκόπους σε περιοχές των βαρβάρων.

[4] Initialement comme des régions non grecques, ensuite comme des régions en dehors de l’Empire Byzantin et le jour d’aujourd’hui comme des régions en dehors des frontières des Eglises Autocéphanes.

Αρχικά, ως περιοχές μη ελληνικές, στη συνέχεια ως περιοχές εκτός της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και σήμερα ως περιοχές εκτός των ορίων των Αυτοκεφάλων εκκλησιών.

[5] Cf. aussi les canons 2 et 3 du IInd Concile Œcuménique (Constantinople) 9,17 et 28 du IVème Concile Œcuménique (Chalcédoine) en 36 du Concile in Trullo.

Βλ. επίσης τους κανόνες 2 και 3 της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου (Κωνσταντινουπόλεως), 9, 17 και 28 της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (Χαλκηδόνος) και 36 της εν Τρούλω Συνόδου.

[6] Archiprêtre Alexandre Schmemann, Du néopapisme dans l’Orthodoxie (1954), p.72-et repris dans Le Patriarcat Œcuménique dans l’Eglise Orthodoxe, de la main du Métropolite Maxime de Sardes, Paris, 1975, pp. 388 e.v.

Πρωτοπρεσβυτέρου Alexandre Schmemann, «Από τον Νεοπαπισμό στην Ορθοδοξία» (1954), σ. 72, και όπως επαναλαμβάνεται εις «Το Οικουμενικό Πατριαρχείο εντός της Ορθοδόξου Εκκλησίας», διά χειρός Μαξίμου, Μητροπολίτη των Σάρδεων, Παρίσι 1975, σ. 338 κ.ε.

X