Ιστορία της Ορθόδοξης παρουσίας στο Βenelux

Μια Βυζαντινή Πριγκίπισσα στην Ολλανδία

Κατά τη βυζαντινή εποχή υπήρχε μια ιδιαίτερη σχέση μεταξύ Ορθοδοξίας και του παρεκκλησίου του Αγίου Νικολάου στο Valkhof του Nijmegen. Η Βυζαντινή Πριγκίπισσα Θεοφανώ, η οποία νυμφεύθηκε τον Γερμανό Αυτοκράτορα Όθωνα Β΄, απεβίωσε εκεί το έτος 991. Οι ιστορικοί θεωρούν ότι το οκταγωνικό σχήμα της Εκκλησίας αυτής συνδέεται άμεσα με την βυζαντινή ορθόδοξη παράδοση, την οποία η πριγκίπισσα μετέφερε από την Κωνσταντινούπολη. Σε ανάμνηση του γεγονότος αυτού υπάρχει σήμερα στην πόλη ορθόδοξη ενορία αφιερωμένη στην Αγία Θεοφανώ.

Οι Βυζαντινοί στην πόλη Bruges κατά τη χρυσή εποχή της

Είναι γνωστό ότι η πόλη Bruges, ως κέντρο εμπορίου, ήταν στο απόγειο της ακμής της μεταξύ 1280 και 1480. Τότε διέμεναν στη Bruges ξένοι έμποροι που συχνά είχαν τις δικές τους εγκαταστάσεις και αποθήκες. Υπήρχε επίσης μια εταιρεία επεξεργασίας γούνας. Για το λόγο αυτό η  Bruges ήταν ένα από τα σημαντικότερα εμπορικά σταυροδρόμια της Ευρώπης. Η πλατεία του Χρηματιστηρίου ήταν το εμπορικό και οικονομικό κέντρο της πόλης, όπου και αναπτύχθηκε το πρώτο χρηματιστήριο συναλλαγών.  Κάθε κράτος διέθετε εκεί τον δικό του οίκο και αποθήκες: οι ενετοί έμποροι, οι έμποροι της Φλωρεντίας, Γενουάτες, Καστιλιανοί, Ισπανοί, Πορτογάλοι, Σκωτσέζοι και Βόρειοι Γερμανοί. Δεν έλειπαν ούτε Ανατολίτες και οι έμποροι της Κωνσταντινούπολης και της Σμύρνης. Η Bruges αναπτύχθηκε επίσης ως διεθνές κέντρο τέχνης. Χάρη στην Αυλή της Βουργουνδίας υπήρχαν επαφές με ταξιδιώτες όλων των περιοχών της Ευρώπης.

Οι πρώτοι Έλληνες της  Ολλανδίας ήταν έμποροι της Ανατολής και της Μικράς Ασίας, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη Bruges και ίδρυσαν εμπορικά καταστήματα. Σε ανάμνηση του Adriaan Baltyn (1546-1621), προστατευόμενου του οίκου «Bruges Vrije», υπάρχει έγγραφο το οποίο περιγράφει εν ολίγοις την ιστορία των παλαιών ανταλλαγών με τη Μικρά Ασία και την Ανατολή. Και τούτο στο πλαίσιο μιας δικαστικής υπόθεσης μεταξύ της Bruges Vrije και της πόλεως Sluis, σχετικά με τα δικαιώματα παραίτησης και πώλησης ορισμένων προϊόντων, τα οποία είχαν υποστεί φθορά και προορίζονταν για τις εμπορικές αποθήκες της Bruges. Στο βιβλίο του «Ἐφημερίδες τῆς Bruges» ο M. Gaillard περιγράφει την εγκατάσταση των Μικρασιατών και των Ανατολικών στη Bruges. Εν συντομία επιβεβαιώνεται ότι «ἦσαν οἱ πρῶτοι οἱ ὁποῖοι ἐγκατεστάθησαν ἐν Bruges καὶ ἡ ἐμπορική των δραστηριότης χρονολογεῖται ἀπὸ τοῦ 1340». Φαίνεται ότι λόγω διαφοράς τους με τους κατοίκους της Bruges αναγκάσθηκαν να μετοικήσουν προσωρινά στο Dordrecht καθώς επίσης σύντομα επέστρεψαν στη Bruges. Οι Φλαμανδοί ασχολούντο κυρίως με το εμπόριο γούνας (ερμίνες και δέρματα Harmer), τα οποία εισήγαγαν κυρίως από την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη. Γνωρίζουμε καλά ότι οι έμποροι της Σμύρνης ήταν εγκατεστημένοι σε κτήριο στη γωνία του Genthof. Υπάρχουν επίσης πολλά έγγραφα αρχείου, τα οποία επιβεβαιώνουν την παρουσία Ελλήνων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν εκεί.

Ευρίσκουμε επίσης σε αρκετά αρχεία της Φλάνδρας αναφορές σε Βυζαντινούς πρόσφυγες. Η πρώτη αναφορά χρονολογείται από  το έτος 1392-1393, σε έγγραφο αρχείων της πόλης της Bruges. Πρόκειται για έγκριση επιδότησης εκ μέρους του δημάρχου της πόλης Bruges σε έναν «ἐπίσκοπον ἐξ Ἑλλάδος…».  Στο ίδιο αρχείο βρίσκουμε να αναφέρονται πολλοί άλλοι Έλληνες οι οποίοι ήταν εγγεγραμμένοι στην πόλη αυτή και ελάμβαναν χρηματική επιχορήγηση. Μεταξύ αυτών ήταν και ένας Έλληνας ιερέας.

Η περίοδος της ακμής των Ιταλών, κατά την οποίαν εγκαταστάθηκαν στη Φλάνδρα οι περισσότεροι από αυτούς, ήταν μεταξύ 1453 και 1470. Όπως αναφέρει ο Emile Vanden Busschen «κατὰ τὴν περίοδον ταύτην ἐμφανίζονται εἰς τὰ ἀρχεῖα τὰ περισσότερα ξένα ὀνόματα ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι εἶχον ἐμπορικὰς σχέσεις μὲ τὴν Bruges, κυρίως ὅσων ἦρθαν ἐκ Κωνσταντινουπόλεως, ἐκ τῶν ὁποίων ἄλλοι ἦσαν πρεσβευταὶ καὶ ἄλλοι ἐγκατεστάθηκαν διὰ πολιτικοὺς λόγους». Στο βιβλίο του Gilliodts-Van Severen βρίσκουμε μία σειρά ονομάτων Ελλήνων από την Κωνσταντινούπολη, ιπποτών, ευγενών, μεταξύ αυτών και του αδελφού του αυτοκράτορος, οι οποίοι κατέφυγαν στη Bruges για να γλυτώσουν από τον οθωμανικό ζυγό και επωφελήθηκαν από την φιλανθρωπία των κατοίκων της πόλης.

Η Πτώση της Κωνσταντινούπολης έθεσε τέρμα στο επιτυχημένο εμπόριο των Ελλήνων στη Φλάνδρα που πέρασε σταδιακά στα χέρια των Τούρκων. Αργότερα, επί Φιλίππου του Α´, εξαφανίσθηκαν από τη Bruges τόσο οι Μικρασιάτες, οι Αρμένιοι όσο και οι Τούρκοι. Από το 1480 η πόλη περιήλθε σε κρίση. Τούτο ήταν αποτέλεσμα της παρακμής της κλωστοϋφαντουργίας, των αυστηρών εμπορικών κανονισμών, του ανταγωνισμού και της ταχείας ανάπτυξης της εμπορικής μεγαλούπολης της Αμβέρσας αλλά και των πολιτικών συνθηκών.

Οι Έλληνες έμποροι ιδρύουν την πρώτη Ενορία στο Άμστερνταμ

Οι πρώτοι Ορθόδοξοι, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στην Ολλανδία ήταν χριστιανοί, οπαδοί του Οικουμενικού Πατριάρχη Κυρίλλου Λουκάρεως. Ήταν υψηλόβαθμοι κληρικοί του Οικουμενικού Πατριαρχείου, οι οποίοι εγγράφησαν στο Πανεπιστήμιο του Λέϊντεν και ανέλαβαν την ενίσχυση των επαφών του Κυρίλλου Λουκάρεως με την Ολλανδική Εκκλησία.  Η διαμονή τους στην Ολλανδία έπαιζε σπουδαίο ρόλο για τις επαφές μεταξύ Ορθοδοξίας και Προτεσταντισμού. Είναι η πρώτη σαφής ένδειξη ορθοδόξου χριστιανικής παρουσίας στην Ολλανδία. Στη συνέχεια πολλοί Έλληνες σπουδαστές κατοικούσαν στο Λέϊντεν. Ένας από αυτούς θα γίνει αργότερα Οικουμενικός Πατριάρχης.

Το 1697 ο Μέγας Πέτρος εργάσθηκε για μικρό χρονικό διάστημα σε ναυπηγείο της Εταιρείας Ανατολικών Ινδιών στο Άμστερνταμ, όπου μελέτησε τη ναυπηγική τέχνη. Στα απομνημονεύματά του όμως δεν αναφέρει κάτι για ορθόδοξο ναό στην Ολλανδία.

Πολύ αργότερα, κατά τη χρυσή εποχή, όταν Έλληνες έμποροι εγκαταστάθηκαν στο Άμστερνταμ, ίδρυσαν την πρώτη Ορθόδοξη ενορία, προς τιμήν της Αγίας Αικατερίνης, στην Koningstraat. Η Ελληνική Κοινότητα του Άμστερνταμ αποτελείτο από εμπόρους από τη Σμύρνη, από τη Χίο, τη Θεσσαλονίκη και τη Ζαγορά. Μία από τις πρώτες τους μέριμνες ήταν να αποκτήσουν ναό για να μπορούν να ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα, κατά την ορθόδοξη παράδοση. Η πρώτη Θεία Λειτουργία τελέσθηκε το 1752 από Επίσκοπο προερχόμενο από την Κρήτη. Η Ενορία υπαγόταν απευθείας στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως. Βρέθηκαν έγγραφα αλληλογραφίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τα οποία επιβεβαιώνουν το γεγονός. Υπήρχαν όμως και Ρώσοι μεταξύ των πιστών. Ήδη κατά το έτος 1760 οι Έλληνες έμποροι μετέφρασαν τη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στα Ολλανδικά και την εκτύπωσαν. Τρία χρόνια αργότερα η Εκκλησία μεταφέρθηκε σε κτήριο στην οδό «Oudzijds Voorburgwal», το οποίο αποκτήθηκε χάρη σε κληροδότημα Έλληνα εμπόρου, ο οποίος είχε εργαστεί στην Εταιρεία των Ανατολικών Ινδιών. Από τον κατάλογο των ιερέων φαίνεται ότι μέχρι το έτος 1849 υπήρχε Έλληνας ιερέας. Από το 1852 υπάρχουν Ρώσοι ιερείς. Τούτο ίσως να οφείλεται στη Βασίλισσα Άννα Παύλοβνα, καθώς επίσης στο γεγονός ότι οι Έλληνες έμποροι είχαν εν τω μεταξύ επιστρέψει στην πατρίδα τους. Πράγματι, μετά τους γάμους της Άννας Παύλοβνα με τον Πρίγκηπα Γουλιέλμο Β´ της Οράγγης (1816) ανοίγει νέο κεφάλαιο για την Ορθοδοξία στην Ολλανδία: Η Άννα Παύλοβνα, αδελφή του Τσάρου Αλεξάνδρου του Α´, παρέμεινε πιστή στην Ορθοδοξία και είχε και ορθόδοξο παρεκκλήσι σε κάθε ανάκτορο. Επίσης έθεσε το Ναό της Αγίας Αικατερίνης υπό την προστασία της. Ωστόσο, δεν υπήρχαν πια πολλοί Έλληνες στην πρωτεύουσα της Ολλανδίας. Με την ανεξαρτησία της Ελλάδας επέστρεψαν στην πατρίδα τους. Με το θάνατο της βασίλισσας Άννας Παύλοβνας το 1865, η ενορία της Αγίας Αικατερίνης έπαψε να λειτουργεί.

Μετά από διακοπή ενός αιώνα και πλέον η ενορία ξανάρχισε να λειτουργεί και από το 2016 ο ναός της Αγίας Αικατερίνης ευρίσκεται στα περίχωρα του Άμστερνταμ, στο προάστειο Ζάνταμ.

Οι εξελίξεις στο Βέλγιο από την  αρχή του 20ού αιώνα

Το 1900 ιδρύθηκε η πρώτη ορθόδοξη ενορία στο Βέλγιο για τους Έλληνες εμπόρους και ναυτικούς, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στη μεγαλούπολη της Αμβέρσας. Η Ενορία αφιερώθηκε στον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και ανήκει, όπως και όλες οι άλλες ελληνικές ενορίες της Διασποράς, στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.  Το Πατριαρχείο απέστειλε τον Αρχιμανδρίτη Γεννάδιο Θέμελη ως πρώτον Ιερατικώς Προϊστάμενο αυτής.

Μέχρι την έναρξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η πλειοψηφία των ορθοδόξων μεταναστών, Ελλήνων ή Ρώσων, ήταν  πτωχοί εργαζόμενοι και όχι μορφωμένοι. Ήταν άνθρωποι που ταξίδευαν για εμπορικούς λόγους ή αναζητούσαν εργασία στη Δύση.

Ακολούθησαν μεταναστευτικά κύματα προς το Βέλγιο ανθρώπων με υψηλότερο μορφωτικό επίπεδο. Ως παράδειγμα αναφέρονται Ρώσοι μέτοικοι μετά την Επανάσταση του 1917 και Έλληνες που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη Μικρά Ασία μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μεταξύ αυτών υπήρχαν διανοούμενοι, στοιχείο που έλειπε από την προηγούμενη γενιά. Οι μετανάστες αυτοί είχαν την αίσθηση ότι χάνονταν μέσα στον ξένο δυτικό κόσμο κι αναζητούσαν να πάρουν δύναμη από την Εκκλησία. Η Εκκλησία ήταν η μόνη που μπορούσε να αναπληρώσει την απουσία της Πατρίδας.

Το έτος 1926 η Αδελφότητα των Ελληνίδων Κυριών αγόρασε το κτήριο της Rue de Stassart στις Βρυξέλλες, το ισόγειο του οποίου διαμορφώθηκε σε Εκκλησία για τους Έλληνες. Η Εκκλησία αυτή είναι αφιερωμένη στους Αρχιστρατήγους Μιχαήλ και Γαβριήλ. Η Ενορία αυτή εξυπηρετείτο αρχικά από τον ιερέα της Αμβέρσας.

Στα μέσα της δεκαετίας του ’50 έφτασαν στο Βέλγιο οι πρώτοι ξένοι εργάτες για να εργαστούν στα ανθρακωρυχεία. Ήταν περίπου 30.000 Έλληνες, αλλά και κάποιοι Σέρβοι. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο για να ανταποκριθεί στις λατρευτικές τους ανάγκες απέστειλε στο Βέλγιο τέσσερις ιερείς, αποφοίτους της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Μεταξύ αυτών ήταν ο νεαρός Ιερομόναχος Παντελεήμων Κοντογιάννης, ο μετέπειτα Μητροπολίτης Βελγίου, ο οποίος ίδρυσε νέες ενορίες σε Μπορινάζ, Λιέγη και στο Βελγικό Λιμβούργο.

Οι Βέλγοι γνωρίζουν ολοένα καλύτερα την ορθόδοξη παρουσία στην χώρα τους: μικτοί γάμοι, η Β´ Βατικάνειος Σύνοδος, οι Οικουμενικές Συναντήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και στο Βέλγιο. Υπήρχαν επίσης ενδιαφερόμενοι οι οποίοι αναζητούσαν μέσω της μελέτης, διαλέξεων ή επισκέψεων στο Αββαείον των Βενεδικτίνων μοναχών στη Chevetogne να γνωρίσουν τον πλούτο της Ορθοδοξίας. Αυτό το Μοναστήρι της Ενώσεως συνέβαλε πολύ  στη γνώση και την κατανόηση του πλούτου της ορθόδοξης παράδοσης που μέχρι τότε ήταν άγνωστη, σε μεγάλο βαθμό, στον υπόλοιπο χριστιανικό κόσμο.

Σταδιακά προέκυψε η ανάγκη για Ορθόδοξη Λειτουργία στην τοπική γλώσσα. Με τον τρόπο αυτό ο αριθμός των αυτοχθόνων ορθοδόξων αυξήθηκε και εμφανίσθηκαν ενορίες τους σε διάφορες πόλεις του Βελγίου. Στις Ενορίες αυτές η Θεία Λειτουργία δεν τελείτο στα ελληνικά ούτε στα σλαβονικά ούτε στα ρουμανικά, αλλά στην τοπική γλώσσα για να γίνεται καλύτερα κατανοητή.

Στις 12 Αυγούστου 1969 η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου ίδρυσε την Ιερά Μητρόπολη Βελγίου και Εξαρχία Κάτω Χωρών και Λουξεμβούργου. Ως πρώτος Μητροπολίτης Βελγίου εξελέγη ο Μητροπολίτης Σελευκείας Αιμιλιανός (Ζαχαρόπουλος), κάποτε Μέγας Πρωτοσύγκελλος στα Πατριαρχεία. Η ενθρόνισή του πραγματοποιήθηκε στις 11 Νοεμβρίου του αυτού έτους στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών, επί της λεωφόρου Stalingrad, στις Βρυξέλλες. Η Μητρόπολη τότε είχε 13 ενορίες.

Το Νοέμβριο του 1972, με πρωτοβουλία του δικηγόρου Ιγνατίου Peckstadt ιδρύθηκε η πρώτη Φλαμανδόφωνη Ενορία, αφιερωμένη στον Άγιο Απόστολο Ανδρέα, προστάτη της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης. Η Ενορία αυτή στεγάστηκε σε παλαιό κτήριο του πρώην μοναστηριού «Béguinage Élisabeth». Ως πρωτεργάτης της Ενορίας αυτής, ο Ιγνάτιος χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια ιερέας της.

Το θέρος του 1974, ο Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Κοντογιάννης, Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως Βελγίου, εξελέγη από την Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου ως Βοηθός Επίσκοπος του Μητροπολίτη Βελγίου Αιμιλιανού, με τον τίτλο του Επισκόπου Απολλωνιάδος. Η χειροτονία του σε επίσκοπο τελέσθηκε στις 18 Αυγούστου 1974 στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών Βρυξελλών.

Στις 22 Δεκεμβρίου 1982 – μετά την εκλογή του Μητροπολίτη Αιμιλιανού ως Μητροπολίτη Κώου – εξελέγη ο Επίσκοπος Απολλωνιάδος Παντελεήμων ως Μητροπολίτης Βελγίου. Μετά την εκλογή του ως Μητροπολίτη Βελγίου τα πράγματα άλλαξαν σταδιακά για την Ορθόδοξη Εκκλησία του Βελγίου. Εργάστηκε πυρετωδώς για την αναγνώρισή της. Οι επαφές με διάφορες προσωπικότητες τις οποίες είχε πλησιάσει και ο Μητροπολίτης Αιμιλιανός, ενισχύθηκαν. Ο νέος Μητροπολίτης στην προσπάθεια αυτή πλαισιωνόταν από νομικούς συμβούλους, μεταξύ των οποίων οι Πρωτοπρεσβύτεροι Marc Nicaise και Ignace Peckstadt, καθώς και ο Δρ. Antoine van Bruaene. Το αποτέλεσμα της επίμονης αυτής και συστηματικής προσπάθειας του Μητροπολίτη Παντελεήμονος ήταν η Ορθόδοξη Εκκλησία να αναγνωριστεί επίσημα από το βελγικό κράτος το Μάρτιο του 1985. Ωστόσο, χρειαζόταν περαιτέρω επεξεργασία των δικαστικών αποφάσεων για την εφαρμογή της απόφασης αναγνώρισης η οποία υπεγράφη τελικά το έτος 1988 και ορίζει ότι:  «Ὁ Μητροπολίτης Ἀρχιεπίσκοπος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως εἶναι ἐκπρόσωπος ἁπάσης τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν Βελγίῳ». Ο Μητροπολίτης Βελγίου Παντελεήμων έμεινε πολύ ικανοποιημένος με την απόφαση αυτή διότι, συν τοις άλλοις, συμπίπτει με την ορθόδοξη εκκλησιολογία, σύμφωνα με την οποία μόνο ένας επίσκοπος είναι υπεύθυνος έναντι των Αρχών για τους πιστούς μιας συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής (εν προκειμένω του Βελγίου). Τούτο επετεύχθη ύστερα από έγκριση των εκπροσώπων των διαφόρων ορθοδόξων δικαιοδοσιών στο Βέλγιο. Βεβαίως λόγω της αναγνώρισης πολλαπλασιάστηκαν η εργασία και οι φροντίδες της Ιεράς Μητρόπολής μας.

Με την πάροδο του χρόνου ορθόδοξες ενορίες ιδρύθηκαν σε ολόκληρη την επικράτεια του Βελγίου. Αρχικά όπου υπήρχαν εγκατεστημένοι Έλληνες απόδημοι, αλλά και σε όλες τις σημαντικές πόλεις της χώρας. Στα παρεκκλήσια και τους ενοριακούς ναούς όλης της χώρας οι ακολουθίες τελούνται στα ελληνικά  ή σε διάφορες άλλες γλώσσες.

Το Νοέμβριο του 2013 ο Μητροπολίτης Βελγίου Παντελεήμων υπέβαλε στην Αγία και Ιερά Σύνοδο του Οικουμενικού Πατριαρχείου την παραίτησή του για λόγους υγείας, η οποία έγινε δεκτή.

Στις 27 Νοεμβρίου 2013 η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου εξέλεξε τον Επίσκοπο Σινώπης Αθηναγόρα (Peckstadt) ως Μητροπολίτη Βελγίου και Έξαρχο Κάτω Χωρών και Λουξεμβούργου. Είναι η πρώτη φορά που η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου επέλεξε κληρικό μη Ελληνικής καταγωγής ως επαρχιούχο Μητροπολίτη του Θρόνου. Έκτοτε ο Μητροπολίτης Αθηναγόρας είναι ο εκπρόσωπος ολόκληρης της Ορθοδόξης Εκκλησίας σε Βέλγιο, Κάτω Χώρες και Λουξεμβούργο και πρόεδρος της Ορθόδοξης Επισκοπικής Συνέλευσης στο Μπενελούξ. Το Φεβρουάριο του 2014 ο Μητροπολίτης Αθηναγόρας επελέγη ως μέλος της Αγίας και Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία στο Βέλγιο έχει πάντοτε πολλές κοινωνικές δραστηριότητες, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη συμμετοχή της ορθόδοξης νεολαίας σε αυτές, επισκέψεις των κληρικών κατ᾽ οίκον, σε νοσοκομεία και σε ανθρώπους με ανέχεια. Οι κληρικοί της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ακούραστοι, είναι πάντοτε διαθέσιμοι για να βρίσκουν λύσεις σε ποιμαντικά και κοινωνικά προβλήματα.

Χάρη στην επίσημη αναγνώρισή της, η Ορθόδοξη Εκκλησία στο Βέλγιο πέτυχε να εξελιχθεί σε μία οργανωμένη οντότητα, παράλληλα με τις άλλες θρησκείες και ομολογίες. Έκτοτε είναι παρούσα σε όλα τα επίσημα γεγονότα του κράτους, εκπροσωπούμενη από τον Μητροπολίτη – Αρχιεπίσκοπο του Οικουμενικού Πατριαρχείου ή τον εκπρόσωπό του. Διατηρεί πολύ καλές επαφές με όλους, έχοντας επίγνωση του ότι η κοινωνία μας έχει ανάγκη το διάλογο. Τούτο ισχύει όχι μόνο για το διάλογο με την Κυβέρνηση, αλλά επίσης με τις άλλες ομολογίες και θρησκείες καθὼς και με άλλους εταίρους.

Ο καθένας αντιλαμβάνεται ότι στην πλουραλιστική, πολυπολιτισμική και πολυθρησκευτική κοινωνία μας υπάρχει ανάγκη διαλόγου και διαβουλεύσεων για την επιτυχία των προσπαθειών κοινωνικής συνοχής και αρμονικής συμβίωσης. Οι επαφές μεταξύ των θρησκειών και των αρμοδίων κρατικών αρχών δεν πρέπει να περιορίζονται σε υλικά ζητήματα μόνο. Πράγματι, χρειάζεται να γίνουν πολλά όσον αφορά τις σχέσεις μεταξύ κρατικών αρχών, θρησκειών και κοινωνίας. Οι εντάσεις γίνονται αισθητές στην καθημερινή η ζωή και μέσω των κοινωνικών δικτύων. Τα θρησκευτικά σύμβολα, οι παραδοσιακές ενδυματολογικές απαιτήσεις, η επιταγή της ένταξης στην κοινωνία και οι κάθε είδους πολιτιστικές παραδόσεις δημιουργούν πολλά ερωτήματα. Είναι επιτακτική μία νέα αντιμετώπιση των ανωτέρω.

Οι εξελίξεις στις Κάτω Χώρες από τις αρχές του 20ού αιώνα

Αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, το 1922, Έλληνες της Κωνσταντινούπολης καθώς και από τη Σμύρνη και από άλλες ελληνικές πόλεις εγκαταστάθηκαν στην Ολλανδία. Επειδή δεν είχαν δική τους εκκλησία, προσκαλούσαν τον Έλληνα ιερέα από την Αμβέρσα να έρθει στην Ολλανδία για να τελέσει τη Θεία Λειτουργία καθώς και τις άλλες ιερές ακολουθίες. Αρχικά, ιερέας στην Αμβέρσα ήταν ο Αρχιμανδρίτης Πατρίκιος Κωνσταντινίδης, τον οποίο διαδέχθηκε ο Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Τιμιάδης. Με την πάροδο του χρόνου οι Έλληνες της Ολλανδίας συνειδητοποίησαν την ανάγκη να αποκτήσουν δική τους εκκλησία. Μετά τον Β´ Παγκόσμιο Πόλεμο ιδρύθηκε το 1947 Σύλλογος Ελλήνων. Οι υπεύθυνοι του Συλλόγου επισκέφθηκαν το Δήμαρχο του Ρότερνταμ και του υπέβαλαν το αίτημα να τους χορηγηθεί οικόπεδο. Πέτυχαν να λάβουν δωρεάν οικόπεδο στην περιοχή Westdijk. Το 1954 άρχισαν οι εργασίες κατασκευής του νέου ιερού ναού, το θεμέλιο λίθο του οποίου έθεσαν ο Επίσκοπος Ρηγίου Μελέτιος και ο Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Τιμιάδης, παρουσία  του Πρωθυπουργού της Ελλάδος Αλεξάνδρου Παπάγου. Το έτος 1957 ο Επίσκοπος Απαμείας Ιάκωβος τέλεσε τα εγκαίνια του Ναού. Στην τελετή των εγκαινίων παρέστησαν επίσης εκπρόσωποι των δύο ρωσικών ενοριών της Ολλανδίας. Ο Αρχιμανδρίτης Διονύσιος Χατζηβασιλείου (μετέπειτα Μητροπολίτης Λεοντουπόλεως του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας) ήταν ο πρώτος ιερέας. Λίγους μήνες αργότερα τον διαδέχθηκε ο Αρχιμανδρίτης Θεόκλητος Μιχαλάς. Πολύ σύντομα αντικαταστάθηκε από τον Ιερομόναχο Μάξιμο Μαστίχη, ο οποίος προήχθη αργότερα σε βοηθό επίσκοπο με τον τίτλο (+2015).

Ο πατήρ Μάξιμος όργωσε κυριολεκτικά την Ολλανδία, ταξιδεύοντας σε ολόκληρη τη χώρα για να τελεί τη Θεία Λειτουργία σε διάφορες πόλεις της Ολλανδίας και για να επισκέπτεται Έλληνες χριστιανούς. Μια πόλη που επισκεπτόταν συχνά ήταν η Ουτρέχτη, όπου με την παρότρυνση και την οικονομική συμπαράσταση του Άρχοντα Χαριλάου Χιωτάκη αποκτήθηκε ακίνητο, που διαμορφώθηκε σε Ιερό Ναό, ο οποίος εγκαινιάσθηκε από το Μητροπολίτη Βελγίου Παντελεήμονα το 1987. Το ίδιο έτος ο Αρχιμανδρίτης Μάξιμος Μαστίχης προήχθη σε βοηθό Επίσκοπο της Μητροπόλεως Βελγίου και Εξαρχίας Κάτω Χωρών και Λουξεμβούργου. Η εις Επίσκοπον χειροτονία του έγινε στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου Ρότερνταμ από τον Μητροπολίτη Βελγίου Αιμιλιανό Ζαχαρόπουλο, συμπαραστατούμενο από τον Μητροπολίτη Σουηδίας Παύλο και τους Επισκόπους Σασίμων Ιερεμία και Απολλωνιάδος Παντελεήμονα. Ο Επίσκοπος Μάξιμος διέμενε στο Ρότερνταμ μέχρι το έτος 1992, οπότε και μετακόμισε στις Βρυξέλλες.

Η Ιερά Μητρόπολις Βελγίου και Εξαρχία Κάτω Χωρών και Λουξεμβούργου (Οικουμενικό Πατριαρχείο) στην Ολλανδία έχει ενορίες στο Ρότερνταμ, στο Άμστερνταμ, στη Χάγη, στην Ουτρέχτη, στο Εϊντόβεν, στο Τίλμπουρχ, στο Χόρινχεμ και Νεϊμέγκεν. Υπάρχει επίσης γυναικεία Ιερά Μονή στο Άστεν Ολλανδίας, αφιερωμένη στο Γενέθλιο της Θεοτόκου. Το μοναστήρι ιδρύθηκε το 1989 από την Καθηγουμένη Μοναχή Μαρία (+2016) και σήμερα αριθμεί τέσσερις μονάζουσες. Η Γερόντισσα Μαρία ήταν Ολλανδή και σε ηλικία 21 ετών εισήχθη σε ορθόδοξη Ιερά Μονή στην Χάγη. Αργότερα μετέβη στη Γιουγκοσλαβία και στην Ελλάδα, όπου διέμεινε επί 10 έτη σε δύο μοναστήρια. Η Ιερά Μονή του Άστεν είναι πνευματικό κέντρο της Ορθοδοξίας στην Ολλανδία.

Από την ίδρυση της Ορθοδόξου Επισκοπικής Συνελεύσεως Μπενελούξ, το έτος 2010, οι ορθόδοξοι Επίσκοποι υπέγραψαν συμφωνία ότι στο εξής:  «ὁ Μητροπολίτης τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ἤ ὁ ἀντιπρόσωπός του εἶναι ὁ Ἐπίσημος Ἐκπρόσωπος τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας ἐν Ὁλλανδίᾳ». Το 2013 κατατέθηκαν τα καταστατικά. Τούτα ρυθμίζουν την οργάνωση και την εκπροσώπηση. Δημιουργήθηκε ακόμη Συμβούλιο το οποίο πρέπει να συνοδεύει και να υποστηρίζει τον Επίσημο Εκπρόσωπο. Σήμερα ο Επίσημος Εκπρόσωπος είναι ο Μητροπολίτης Βελγίου και Έξαρχος Κάτω Χωρών και Λουξεμβούργου κ. Αθηναγόρας (Οικουμενικό Πατριαρχείο).

Οι εξελίξεις στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου από τον 20ο αιώνα

Οι πρώτοι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στο Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου την δεκαετία του ’60 και ήσαν κυρίως τεχνίτες διαφόρων ειδικοτήτων. Σε αυτούς προστίθενται αργότερα ορισμένοι  Έλληνες που εργάζονταν στην τεχνική βάση του ΝΑΤΟ, την NAMSA (σημερινή NSPA). Έτσι λίγο πριν την προσχώρηση της Ελλάδας στην τότε ΕΟΚ το 1981 ο αριθμός των Ελλήνων του Λουξεμβούργου ανερχόταν περίπου σε εκατό άτομα. Ο αριθμός αυτός αυξήθηκε δυναμικά όταν στη χώρα άρχισαν να εργάζονται συμπατριώτες μας στα όργανα της ΕΟΚ, όπως την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

Πολύ πριν από την ίδρυση της Ιεράς Μητροπόλεως Βελγίου και Εξαρχίας Κάτω Χωρών και Λουξεμβούργου (κατά το 1969) υπήρχαν ορθόδοξοι χριστιανοί, τους οποίους διακονούσε ο Αρχιμανδρίτης Αιμιλιανός Τιμιάδης (μετέπειτα Μητροπολίτης Σηλυβρίας) και εν συνεχεία ο Αρχιμανδρίτης Παντελεήμων Κοντογιάννης (μετέπειτα Μητροπολίτης Βελγίου). Ο τελευταίος μάλιστα διέσχιζε την χώρα αυτή για να τελεί την Θεία Λειτουργία τις ημέρες των εορτών και των διακοπών. Οι βαπτίσεις και οι γάμοι ετελούντο στις οικίες των πιστών, όπως γινόταν και στο Βέλγιο μερικές φορές. Από το 1959 έως το 1968 οι Ιερές Ακολουθίες τελούντο στο παρεκκλήσιο του μοναστηριού «Couvent du Sacré-Cœur» στη Boulevard d’ Avranches.

Μετά την ίδρυση της Ιεράς Μητροπόλεως Βελγίου, ο Μητροπολίτης Αιμιλιανός  Ζαχαρόπουλος λυπόταν διότι οι συνθήκες δεν επέτρεπαν την τοποθέτηση μονίμου ιερέα στο Λουξεμβούργο. Μέχρι το 1975 οι Ιερές Ακολουθίες τελούντο στον Ενοριακό Ναό Sacré-Cœur της οδού Dicks, στο Λουξεμβούργο. Στη συνέχεια, το κράτος διέθεσε για την ορθόδοξη ενορία κτήριο επί της οδού Pulvermühl 3 στην πόλη του Λουξεμβούργου, όπου ετελούντο οι Ιερές Ακολουθίες από το 1976. Η Ενορία έλαβε το όνομα των Αγίων Αναργύρων.

Κατά το επόμενο διάστημα ο Μητροπολίτης Παντελεήμων προέβη σε ενέργειες για την επίσημη αναγνώριση της ενορίας αυτής, κάτι το οποίο τελικά επιτεύχθηκε το 1997.

Το 2000, χάρη στη δωρεά οικοπέδου στην περιοχή Weiler-la-Tour από τον Ρωμαιοκαθολικό ιερέα Jean – Nicolas Schmidt και υπό την ηγεσία του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Βελγίου κ. Παντελεήμονος, άρχισε η εκπόνηση των σχεδίων  και η εκτέλεση των εργασιών για την κατασκευή ορθόδοξου ναού αφιερωμένου στον Άγιο Νικόλαο καθώς και πνευματικού κέντρου. Τα εγκαίνια του νέου Ιερού Ναού τελέσθηκαν στις  18 Οκτωβρίου 2008 από το Μητροπολίτη κ. Παντελεήμονα, συμπαραστατούμενον από τους Επισκόπους κ. Λουκά (Πατριαρχείον Σερβίας), Αρίστης κ. Βασιλείο, Ευμενείας κ. Μαξίμο και Σινώπης κ. Αθηναγόρα (νυν Μητροπολίτη Βελγίου).

Σήμερα η Ορθόδοξη Εκκλησία του Λουξεμβούργου είναι επίσημα αναγνωρισμένη, με νέα σύμβαση που υπογράφηκε στις 26 Ιανουαρίου του 2015. Η συμφωνία αυτή αφορά την αναγνώριση τεσσάρων Ενοριών: ελληνικής, ρωσικής, σερβικής και ρουμανικής. Επίσημος Εκπρόσωπος της Ορθόδοξης Εκκλησίας είναι ο Μητροπολίτης Βελγίου και Έξαρχος Κάτω Χωρών και Λουξεμβούργου. Η εν λόγω συμφωνία αντικατέστησε τις παλαιότερες μεταξύ Ορθόδοξης Εκκλησίας και Κράτους του Λουξεμβούργου των ετών 1997 και 2004.

Οι ιερείς που διετέλεσαν εφημέριοι της Ενορίας αυτής είναι οι εξής: Πανοσιολογιώτατος Αρχιμανδρίτης Ιωάννης Σακελλαρίου (τότε φοιτητής στο Στρασβούργο και νυν Μητροπολίτης Θερμοπυλών) (1981 – 1982), Πρεσβύτερος Ιωάννης Κλής (1984-1985), Πρεσβύτερος David De Bruyn (1986-1989), Αρχιμανδρίτης Εμμανουήλ Αδαμάκης (νυν Μητροπολίτης Γαλλίας) (1988 – 1989),  Πρωτοπρεσβύτερος Ιωακείμ Ευαγγελινός (1990 -1999), Πρωτοπρεσβύτερος Ελευθέριος Ανυφαντάκης (1999 -2012) και Πρωτοπρεσβύτερος   Γεώργιος Βλατάκης (2012 – 2014).

Σήμερα, ιερείς των Ενοριών του Αγίου Νικολάου και των Αγίων Αναργύρων Λουξεμβούργου είναι από το 2014 ο Πρωτοπρεσβύτερος του Οικουμενικού Θρόνου Παναγιώτης Μοσχονάς, ιερατικώς προϊστάμενος, και από το 2012 ο Πρωτοπρεσβύτερος Σπυρίδων Τσεκούρας, εφημέριος.

X