Ανέγερση Ι. Ναού Αγίου Νικολάου

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’90 έγινε αισθητή η ανάγκη απόκτησης ενός νέου ναού που θα κάλυπτε τις λατρευτικές ανάγκες του διαρκώς αυξανόμενου αριθμού των Ελλήνων και λοιπών Ορθοδόξων του Λουξεμβούργου. Σύντομα αναλήφθηκαν διάφορες πρωτοβουλίες για την ανεύρεση κατάλληλου οικοπέδου προς οικοδόμηση ή μη χρησιμοποιούμενου πλέον Ρωμαιοκαθολικού ναού. Οι προσπάθειες αυτές για διάφορους λόγους δεν τελεσφόρησαν.

Όμως, το 1998, κατόπιν της καθοριστικής σημασίας μεσολάβησης του τότε Πρωτοσυγκέλλου της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας π. Mathias Schiltz, ο ηλικιωμένος εφημέριος του καθολικού ναού της κοινότητας του Weiler-la-Tour, π. Jean-Nicolas

Schmidt και η αδελφή του Amelie προέβησαν σε δωρεά αιτία θανάτου προς την Ελληνική Ορθόδοξη Εκκλησία του Λουξεμβούργου. Με το σχετικό έγγραφο παραχωρούσαν το ιδιόκτητο οικόπεδό τους έκτασης 6.000 περίπου τ.μ. που περιλάμβανε παλαιά κατοικία με αποκλειστικό σκοπό την ανέγερση ορθόδοξου ναού.

Μετά την εκδημία των δύο ευεργετών και με την έγκριση και ευλογία του τότε Μητροπολίτη μας κ. Παντελεήμονα συγκροτήθηκε εκκλησιαστική επιτροπή, υποδιαιρούμενη σε ερανική και τεχνική επιτροπή, προκειμένου να υλοποιήσει το έργο της ανέγερσης του νέου Ναού. Αποφασίστηκε να δοθεί σε αυτόν το όνομα του Αγίου Νικολάου προς τιμήν του ευεργέτη ιερέα π. Jean-Nicolas.

Δύο χρόνια αργότερα, το 2000, επιτυγχάνεται η τροποποίηση του σχεδίου πόλεως της

κοινότητας του Weiler-la-Tour και εντάσσεται σε αυτό το δωρηθέν οικόπεδο.

Στις 31 Μαρτίου 2001, με μια ενημερωτική συγκέντρωση σε αίθουσα του κτιρίου Jean Monnet της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ξεκινάει επίσημα η προσπάθεια για την ανέγερση του ναού και την κατασκευή του πνευματικού κέντρου.

Η ερανική εκστρατεία για την συγκέντρωση του απαιτούμενου ποσού ύψους περίπου 1.500.000 ευρώ απευθυνόταν κατά κύριο λόγο στα μέλη της ελληνικής κοινότητας του Λουξεμβούργου καθώς και σε επιχειρήσεις και οργανισμούς στο Λουξεμβούργο και στην Ελλάδα. Παράλληλα οργανώθηκαν πολυάριθμες καλλιτεχνικές εκδηλώσεις (συναυλίες, εκθέσεις ζωγραφικής, χορευτικές παραστάσεις) και κοινωνικές δράσεις (κάλαντα, χριστουγεννιάτικες και πασχαλινές κάρτες, μπουφές Καθαρής Δευτέρας) το προϊόν των οποίων διατέθηκε για το έργο της ανέγερσης.

Τον Οκτώβριο του 2001 επιλέγονται τα προσχέδια του ναοδόμου κ. Βελένη, καθηγητή Βυζαντινής Αρχαιολογίας του Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΑΠΘ, και αρχίζει η συνεργασία με τον κ. Dieschbourg, αρχιτέκτονα στο Λουξεμβούργο. Ο κ. Dieschbourg ανέλαβε την προσαρμογή των σχεδίων στους κατασκευαστικούς όρους του Λουξεμβούργου, τον συντονισμό των τοπικών κατασκευαστικών συνεργείων και την επίβλεψη της κατασκευής.

Στον χώρο της εκκλησίας θα μπορούν να παρευρίσκονται 90 καθήμενα άτομα (62 σε καρέκλες και 28 σε στασίδια) ενώ το παρεκκλήσιο θα μπορεί να υποδέχεται 43 επιπλέον άτομα (30 σε καρέκλες και 13 σε στασίδια). Το πνευματικό κέντρο θα έχει χωρητικότητα 160 καθήμενων ατόμων.

Το χρονικό διάστημα 2002-2004 αφιερώνεται στη συγκέντρωση του αρχικού ποσού που θα επιτρέψει την έναρξη των εργασιών και στη διεκπεραίωση των διαφόρων διοικητικών διαδικασιών για την έκδοση των απαιτούμενων αδειών από το κράτος του Λουξεμβούργου και την κοινότητα του Weiler-la-Tour. Πράγματι, στις 12 Ιανουαρίου 2004 χορηγήθηκε από την κοινότητα του Weiler-la-Tour η άδεια οικοδόμησης.

Στις 6 Μαΐου 2004, μετά από διαδικασία υποβολής προσφορών, οριστικοποιήθηκε η επιλογή της εταιρίας Conter-Lenners για την κατασκευή του σκελετού του ναού και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου. Στις 20 Ιουνίου 2004, παρουσία πολλών ενοριτών, τοποθετήθηκε ο θεμέλιος λίθος του νέου ναού.

Στο διάστημα που ακολούθησε μέχρι τα εγκαίνια του ναού διεξήχθησαν αδιαλείπτως οι εργασίες της ανέγερσης του ναού του Αγίου Νικολάου και του δεξιού κλίτους- παρεκκλησίου του Αγίου Σπυρίδωνα, καθώς και της κατασκευής του πνευματικού κέντρου στον υπόγειο χώρο του ναού και της διαμόρφωσης του περιβάλλοντος χώρου.

Για το σκοπό αυτό, η εκκλησιαστική επιτροπή ενέκρινε την ανάθεση των επιμέρους τεχνικών εργασιών σε εξειδικευμένες εταιρείες κατόπιν ανάλυσης και σύγκρισης των προσφορών  από οικονομική και τεχνική άποψη.

Το σύνολο της μαρμάρινης επένδυσης του Ναού αποτέλεσε δωρεά του κ. Σπύρου Δουλόπουλου, εμπόρου μαρμάρων στο Alicante της Ισπανίας. Προς τιμήν αυτού καθώς και του ευεργέτη κ. Σπύρου Λάτση το παρεκκλήσιο έλαβε το όνομα του Αγίου Σπυρίδωνος.

Τα δύο μεγάλα ψηφιδωτά της Θεοτόκου και του Αγίου Νικολάου που βρίσκονται στον πρόναο, εκατέρωθεν του κεντρικού κλίτους, φιλοτεχνήθηκαν από την κα Κάτια Λυτρίδου, ψηφιδογράφο που κατοικεί στο Λουξεμβούργο. Τα τέσσερα ψηφιδωτά μετάλλια που απεικονίζουν μείζονες προφήτες φιλοτεχνήθηκαν από πατέρες στο Άγιον Όρος και δωρίσθηκαν από τον εφημέριο του Ναού του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου Ουτρέχτης, Ολλανδίας, πατέρα Γεώργιο Περρή. Το τέμπλο, ο αρχιερατικός θρόνος και τα δύο αναλόγια κατασκευάστηκαν από ρουμανική εταιρεία ενώ η εικονογράφηση του τέμπλου ανατέθηκε στον Κοζανίτη αγιογράφο κ.Τσιτσικλή. Τα υπόλοιπα ξυλόγλυπτα (καρέκλες, στασίδια, επιτάφιος, παγκάρι) παραγγέλθηκαν στην εταιρεία Ξαξήρα. Τα ορειχάλκινα αντικείμενα (πολυέλαιος, μανουάλια, κολυμβήθρα) αγοράστηκαν από την εταιρεία Μιχαηλίδη ενώ τα επάργυρα ιερά σκεύη παραγγέλθηκαν στην εταιρεία Παλιάγκα από τα Ιωάννινα. Τέλος την αγιογράφηση του Ναού (τρούλος, κόγχη, παρεκκλήσιο) πραγματοποίησε η Βουλγάρα αγιογράφος κα Vanya Sapundzhieva.

Στις 18 Οκτωβρίου 2008, παρουσία εκατοντάδων πιστών που συνέρρευσαν από όλες τις περιοχές της Μητρόπολής μας, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Παντελεήμων εγκαινίασε το Ναό του Αγίου Νικολάου, συμπαραστατούμενος από τους Επισκόπους: κ. Λουκά (Πατριαρχείου Σερβίας), Αρίστης κ. Βασιλείου, Ευμενείας κ. Μαξίμου και Σινώπης κ. Αθηναγόρου (νυν Μητροπολίτου Βελγίου).

Εν κατακλείδι, θα πρέπει να τονιστεί ότι το όλο εγχείρημα υπήρξε ένα ξεχωριστό παράδειγμα ομαδικής και αρμονικής συνεργασίας μεταξύ Ελλήνων. Καθ’ όλη την εξέλιξή του τηρήθηκε η αρχή της διαφάνειας ως προς οιαδήποτε ενέργεια ή δωρεά με την τήρηση δημόσιου αρχείου εγγράφων, την έκδοση ενημερωτικών δελτίων, τη δημοσιοποίηση πινάκων δωρητών και την αποστολή πληροφοριακών φακέλων. Χάρη στις γενναιόδωρες προσφορές των Ελλήνων του Λουξεμβούργου αλλά και του Βελγίου, κρατικών αρχών του Λουξεμβούργου και της Ελλάδος, ενοριών, ελληνικών επιχειρήσεων καθώς και ορθόδοξων και ρωμαιοκαθολικών μονών, το έργο ουδέποτε διακόπηκε λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων. Αξιοσημείωτη ήταν η γενναιόδωρη συμβολή της ιεράς μονής Abbaye Notre-Dame de Saint-Remy που βρίσκεται στο Rochefort, στις Βελγικές Αρδένες, με χαρακτηριστικό το αδιάλειπτο ενδιαφέρον του ηγουμένου π. Gilbert DEGROS για την πρόοδο και ολοκλήρωση των εργασιών.  Το σημαντικότερο, όμως, όλων είναι ότι χωρίς τη διαρκώς αισθητή παρουσία του Θεού και την ευλογία του Αγίου Νικολάου το μεγαλόπνοο αυτό έργο ουδέποτε θα είχε ολοκληρωθεί.

X